ΙΤΙΑ
Η ιτιά προσπαθεί
τα λαίμαργα νερά
του ποταμού να φτάσει.
Μήπως και νιώσει
δεν είν’ ασάλευτη σκιά
κελαρυστά τα φύλλα της
πως ρέουν.
Δεν θέλει κλαίουσα
να την βαφτίζουν πια
μόνο που τρέχει, τρέχει
θαλασσινές βουές να θρέψουν
το ακίνητό της το κορμί.
Ορμητικά κοιτάζει τα νερά
πριν την σάρκα παραδώσει
στα ακροδάχτυλα δειλά - δειλά
την δίψα να γελάσει.
Τα μάτια ξάγρυπνα γερνούν
τόσους αιώνες, με τις γροθιές
Όταν πανάρχαιος
ο γρίφος ενός μάντη
από των ιθαγενών
και των Δελφών τους μύστες
τη θύελλά της αφουγκράζεται
...στέλνοντας δροσοσταλίδες
στα αιχμηρά μαλλιά της.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου