Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Δεκέμβριος, 2024

Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ

Εικόνα
Τι και αν μετράμε πόλεμο εμείς, σε ειρήνης τόπους τί και αν ο δίπλα χάνεται στη τελική, μας αφορά;   Δοσμένος σε μικρόκοσμο διακλαδώσεις του μυαλού συνήθισες και το ακραίο θλίψη δεν σου προκαλεί.   Τί κι αν ο κόσμος χωρισμένος σε γη κατοχική, χαρακωμένη στην εργασία, στο σπιτικό δεν άλλαξε διόλου.   Μια συνήθεια κι ο πόλεμος σαν μια κλωστή που προσπερνάς γυρνώντας στους παλιούς καιρούς αναμασάς τα λόγια.   «Λες απέχουμε του χάους» ωστόσο κάτι μαίνεται στη γειτονιά θηρίο ο άνθρωπος σκοτώνει δεν προειδοποιεί, σε μια νυχτιά.   Χαμένος στη χάβρα του εγώ σου σκυμμένος σε εικόνες ηδονής τα μάτια κλέβουνε αισθήσεις δίχως εσένα πρωταγωνιστή.   Μα ποτέ του, μα ποτέ ο Χάρος δεν εφάνη σε ξύπνια Πολιτεία που βλέπει μακριά.   Πάντα στις κοιμώμενες με βλέμμα άγρυπνο χτυπά θαμμένες συνειδήσεις στο δρόμο του θερίζει.   Εικόνα:  Giorgio de Chirico ,  Rising sun on the plaz...

ΧΑΜΕΝΗ ΠΥΞΙΔΑ

Εικόνα
  Τα χέρια μου ξέρες βαστούν από ευχολόγια , ποδοβολητά στο μέσον ουσία καμιά μια φλυαρία ν' αρχοντεύει.   Η ελπίδα πουλιέται ακριβά σε εποχή που κόσμος ρέπει ενθουσιασμό, μηχανορραφία χαρτιά αμέτρητα, σε στοίβες.   Η εμπιστοσύνη κλονίζεται αν κάποτε έμεινε καθάρια σε λόγων, δόλων ψέματα εικόνας, λέξης και αφής.   Απέχουμε μίλια απ' τον πυρήνα τί είναι φιλία, έρωτας, πληγή; το τραπέζι άψογα στρωμένο οχλαγωγία σκέπασε πρώτη ρωγμή.   Τα ξόμπλια καλύψαν και την πίστη σε θείο έρωτα, σε πάθη, σ' ουρανό αλώβητες μονάχες τους χωλαίνουν δυο καρδιές να ζήσουνε το γήρας.   Όχι δεν έχασα ελπίδα, μήτε χαρά μόνο τον τρόπο να έρθω πιο κοντά σου για άλλη μια φορά, την πυξίδα μου αποσπά ο φόβος πως μένουν όλοι μόνοι.

Ο ΚΥΚΝΟΣ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ

Εικόνα
Σαν κύκνος περήφανος διαβαίνεις στα ήρεμα νερά της λήθης σε χορό ονειρικό να κρύψεις μυστήριο που κατατρέχει νου. Γιρλάντες στολίζεις τα μικράτα ανούσιες στιγμές και ζήσεις χαράζει πέρασμα με αρμάδα χρυσάφι, σμύρνα και λιβάνι. Κι εγώ που ζω στην αγωνία να έρθει μια μέρα τόσο λευκή στη σκέπη της να κλείσει άγρια μοίρα το μέλλον του σκότους, που αργεί. Κλώνοι και πέταλα σπαρμένα άλικο ρέμα σ’ αγκαθιές ανέλπιστος ο κύκνος φέρει λαιμό, το κόσμημα της φύσης. Αστερισμοί φωτίσαν Άγια Νύχτα -εξ ουρανού δεν θα φανεί - μέσα της θάβεται ελπίδα τον ναυαγό ν' απαρνηθεί. Κι εμείς που στέκουμε στην δίνη κλαδιά γυμνά, στις όχθες ποταμού σαν κύκνοι μπλέκουμε με χείλη έναν χορό, σε φάρο ατέρμονο. Αστείρευτη πηγή η αρμύρα δακρύων και φιλιών σαν ένα δυο κύκνοι, με καταπέλτη στέμμα γκρεμίζουν τα δώρα της οδύνης. Ψυχρός αέρας τη λίμνη στέγνωσε αγάλματα πάγου τα δυο πουλιά μα ήταν άσμα ερωτικού η ώρα σαν μαρμάρωσαν σε κάδρου φωλιά.