ΣΚΟΤΑΔΙΑ
Προτιμώ να βυθιστώ στης αγκαλιάς σου τα σκοτάδια. Στις στοές της, τις βαθιές που οι τοίχοι βάφονται με σκοτεινά λουλούδια. Λουλούδια που λάμπουν μοναχά στου φεγγαριού το φως. Προτιμώ να χαθώ σε σκοτάδια αληθινά κι όχι σε αυτά που τα λευκά έχουν φορέσει να μοιάζουν καθαρά. Η αγκαλιά σου η σφιχτή πλεύρισε το φτωχό σκαρί δέχτηκε μια βόλτα μαζί του για να πάει. Φτιάχτηκε σε ναυπηγείο μια νύχτα καταιγίδων όταν τα άστρα συνωμότησαν τρεις μοίρες, με τρία χρώματα να στείλουν. Το σκαρί έμεινε μισό ο γλύπτης του κοιμήθηκε για λίγες ώρες. Όταν ξύπνησε θαρρώ είχε πλέον ξημερώσει δεν πέρασε τη νύχτα από σίδερο, φωτιά. Προτιμώ να τυφλωθώ στα σκοτάδια των φιλιών σου γιατί αυτά είναι αντίκρυ γνωρίζω τί διαλέγω. Είναι σκοτάδια κι αυτά κανείς δεν το αρνείται μα όπως και στους τόσους ήλιους αγάλματα χρυσά θα λιώσουν.