Όταν το βράδυ λίγο πριν πέσει η αυλαία των ματιών ο νους ζαλίζεται από την μέθη μίας μνήμης. Πριν ξεσπάσει η μπόρα, πρόωρα ποταμοί ξεχειλίσουν ξάστερα πώς είδε καλοκαίρια έντεχνα λαξευμένα σε ενός φάρου την γωνιά. Κόκκινη κουκκίδα στον χρόνο σημείο, σε χάρτη προορισμού μια νύχτα στου χορού το δάσος κλείσαν τα μάτια της στο μέλλον. Κιθάρες στα μεγάφωνα ζευγαρωτές φιγούρες να σέρνουν ποτά - πεθυμιές τα βλέμματα - φωτιές - που συναρπάζουν σε θέρους ουρανό, πελαγίσιο. Κι όσοι πετράδια χώρεσαν δίχως του μπράτσου την προσμονή - ένα χέρι στροβίλισμα να προστάξει - ηδονικά κοιτάξαν πλήθη - αδημονία που φεγγίζει- του στολισμού την ξέθωρη πούλια. Τα εφηβικά της μάτια όπως χαθήκαν στου αγνώστου το βαθύ μπλε στα κύματα που χόρευαν στο πέραν στου νησιού τα πρώτα σκιρτήματα. Τα παπούτσια τότε έλιωναν σε μορφών κύκλο προστασίας όμως χρόνια μετά πίσω πώς θέλει να γυρίσει την βραδιά εκείνη με νέο ρούχο, να συναντήσει.