Σταγόνες σπίθας μικρές με φλόγες νεογέννητες να λαμπαδιάσουν τα σωθικά στα φωτεινά σκοτάδια. Γαλήνη ψάχνεις, για μια ακόμη χρονιά σαν λαίμαργος -το άγχος ένα σαράκι- σε υλικά, ξύλινα ιδανικά και σε τζακιών συντρίμμια. Μια σπίθα μόνο, μια φορά ή την βροχή αυτών, αν αγαπάς άλλη μια φούσκα ας ανάψουν που σαν ξένος, θα κοιτάζεις. Η σπίθα είσαι εσύ, ρομφαία πύρινη την αναγνώριση κυοφορείς, στην πρώτη ανάσα ο δικός σου ο παντογνώστης, φωτεινός της αύρας σου είν', το πρώτο αστέρι. Θες τις ψυχές ατόφιες, λαμπερές κι ας είναι όλα έξω, σβηστά το αγκάθι που τράβηξες βαθιά θα σου προτείνει το στενάκι. Κι αν ευτυχία δεν βρήκες στην εποχή ένας παράδρομος ήταν, σε κατεύθυνση λάθος αρκούν οι τόσες ευχές που ξόδεψες να φτάσουν ως τα ουράνια.