ΧΟΥΦΤΑ
Στα δύο μου χέρια
κάθε βράδυ
έναν Θεό
κρατώ.
Έναν Θεό
αγάπης
μελαχρινής
κοψιάς
με μαύρα
φρύδια εμπρός
σαν δίνουνε
τα νιάτα.
Όταν στην
αγκαλιά
αποκοιμιέσαι
ευθύς
πουλί μου
κουρασμένο
από ημέρας
κόπο.
Μια αίσθηση
τότε νιώθω
τόσο
σουρεαλιστική
μικρόκοσμου
σε κόσμο
σε σύγχυση
πλεγμένου.
Κι συναντώ
πτυχώσεις
του δροσερού
μετώπου
στα γένια
και στα μάγουλα
το έξω
ερευνώ.
Κι εσύ
αγαλλίασης τέκνο
τα βλέφαρα
σου κλείνεις
τα άγχη
τέτοιο άγγιγμα
διώχνει
χάδι, αναριγάς.
Ξυπνάς έπειτα
από ώρα
λες πώς
γίνεται, ηρεμώ
σαν γατάκι
μες στη χούφτα
μυρωδιές
αναζητάς.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου