ΑΓΝΑΝΤΕΜΑ
Αγνάντευα τα ψαροκάικα
στο ασημένιο δείλι
τα πανιά πλούσια, καθάρια
κι οι φουρτούνες να γελούν
να μη λογάνε τάξεις.
Τί μένει στο τέλος της νυχτιάς;
ένα σκαρί, κατάρτι, το τιμόνι
ο νους φυγάς, σε ξέπνοη καρδιά
σκέψεις το κύμα να ξεβράζει.
Τα τέκνα του θέρους ας προβάλουν
σαν άλλοι τρίτωνες απ' την σκιά
στεριές να φέρνουν, αρμυρίκια
να δώσουν στο μέλλον μιαν ακτή.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου