Ανοίγω τα βλέφαρα κάθε πρωί φωνάζω «Τί όμορφη η μέρα είναι » ένα σύννεφο στο βάθος δηλώνει εκεί «πάντα θα υπάρχω κι ας με κρύβεις». Το μείγμα φτιάχτηκε από άκρατο ζωμό που ένας μάγος θέλησε να ρίξει η τράπουλα ν’ ανακατευθεί , δεν απορεί στρατόπεδα θα χτίζαν οι ανθρώποι. Με μάσκα το χαμόγελο , μαλάματα – αιχμή χωρίστηκαν οι έννοιες, ιδέες, και ένα μέλλον που πάντοτε αργεί, σαν βρίσκονται φρουροί πολεμιστές του φθόνου, σπαθιά να ακονίζουν. Όμως εμείς θα βρούμε τον κρατήρα να του φορτώσουμε άνθη φτελιάς* έτσι που την άνοιξη νωρίτερα θα φέρουν έστω στα μάτια μας , μα πάλι θα αρκεί. Κι όταν ηφαίστεια ξεσπούν στη γειτονιά από πληγές που σπάσαν σε ένα αντίο θα έχεις κλείσει τον κόσμο σου σφιχτά μεταλαβιά να στάξει φρέσκο χώμα. *Στα περισσότερα είδη φτελιάς τα μικρά άνθη εμφανίζονται πριν από την έκπτυξη των φύλλων, νωρίς την άνοιξη.
Όλοι ψάχνουμε το οξυγόνο στις μυρωδιές , στα ταξίδια, στον άνεμο σαν πλαστελίνη η διάθεση αλλάζει παίρνει μορφές, και την ζωή τρομάζει. Οξυγόνο να πάω παρακάτω ν' αντέξω άλλο ένα δάκρυ, ετοιμόρροπο οξυγόνο, να βρω αληθινή στοργή αγάπη, που ρομαντικά λαξεύω. Ψάχνω τα μάτια σου, κάτι να πουν το βλέμμα - παλίρροια, να πνίξει σκέψεις εγγύηση στην άπιαστη Επαγγελίας Γη στον ήδη γκρεμισμένο Παράδεισο. Της ρουτίνας θεριό, μια οχλοβοή τα μηνίγγια του μυαλού αρβύλες σπέρνουν αστροπελέκι η αλήθεια ανεπιστρεπτί σε ένα αύριο κοινό, για όλους τους ανθρώπους. Στον μικρόκοσμο βαδίζουν όλοι , με στίγματα - χάρτες στον μικρόκοσμο κι εγώ των δυο χειλιών ναυάγια βρίσκω στης ιστορίας τα γραμμένα κουφάρια πλοίων, που δεν βγήκαν ποτέ τους στ' ανοιχτά.
Όλα σε ένα όνειρο ακουμπούν όταν κουράζεται η φύση σε κήπους αραβικούς ξοδεύεσαι , ακούς; κιθάρες μουσικές βαστούν οι μνήμες. Στου χθες τα σιντριβάνια κονσέρτο το φεγγάρι πορφύρες οι νεφέλες αγρυπνούν ανάχωμα στο άγχος που μας σώνει. Κι έτσι όπως είσαι χαραγμένη με στρώσεις λέξεων, φωνών -το δράμα- τον διακόπτη κλείνεις με ουτοπίας τρεχαλητό την ζωή εκ νέου να φιλτράρεις. Αφού ξέρεις τόσο καλά πώς κάθε σκέψη μελανή περιέχει στο κουκούλι της μελλοντικών στιγμών θανάτους. Αποφασίζεις νοερά να γαντζωθείς από αναβρυτήρια, σε πέταλα υγρά -κι άσε να κυλά- νερό μες στην παλάμη σαν ευλογία, προσκύνημα, ευχή. Όλα αυτά, βιβλία μουσικά - τα καταφύγια- πλάθουν στο θέατρο πηλό από ονειράτα τί να τα κάνεις τα πεζά, εσύ για να πετάξεις ρίξε τη καρδάρα χάμω, ν' ανέβουν τα φτερά!
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου