ΑΠΟΚΡΗΜΝΟ ΑΝΘΟΣ


Μια φορά κι χίλιους καιρούς

απόκρημνο άνθος ξεφύτρωσε

στου βράχου την άκρη, με κάτω γκρεμό.

 

Σε πύρινο αγέρι , χυμούς ζοφερούς

του παραδείσου ανέλπιστη μοίρα

σε ψίχουλα – χνούδια , αγκαλιάς την σκιά

 κορμιών την πλεξούδα μπέρδεψες.

 

Υπάρχει όμως και ένα λουλούδι

το χείλος γκρεμού σε πείσμα αψηφά

τί είναι αυτό που νήματα κόβει

κι τυλιγμένο κουβάρι ξανακινά;

 

Μοιάζει ο άνθρωπος καθρέφτης

της ίδιας του πλάσης , χτικιό

έχει την λογική , μυαλό για φαρέτρα

ποτάμια να παύει, με θήτη Θεό.


Σαν μέρος της φύσης ο βιός του

γύρω ξερά –  κάπου ψηλά ο ανθός

έτοιμος να δεχτεί χεριού το μαχαίρι

σαν ρίζα κοπεί κι ‘ρθει μαρασμός.

 

Το μέλλον θα γράψει , δεν θα ‘σαι εδώ

τον σπόρο να δείξεις, σιμά στον γκρεμό

λουλούδι θα γύρει φιλί στην πηγή

σ’ αγάπης σπηλιά βοώντος φωνή.








Σχόλια