ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ

Ένα κορίτσι άβγαλτο
φάνηκε στο στενό
με καλαθάκι στο ‘να χέρι
άνθη νεογνά να μάσει.

Στης πόλης τον καταρράκτη
κατευθύνθηκε
το αθώο της πνεύμα πίστεψε
εκεί θα φυτρώνουν πολλά.

Ο καταρράκτης της ψιθύριζε
με της γιαγιάς της την φωνή:
«Φιλιά έσταζε κι έβρεχε
ανήκουστα τα πέταλα
ξυπνούσαν».

Τιμώντας την όψη, ορμητική
είδε τα άνθη σκυφτά
το ένα στου άλλου το αυτί
σάλεψε κάτι.

Ο καταρράκτης από πάνω
στυγνός επιτηρητής
του πάθους τους την δύναμη
βρέχοντας κι άλλο
την ιερή στιγμή.

Το κορίτσι θέλησε να κόψει
την ώρα της πλησμονής
πορφυρά κι μελανά ήταν…

Στεφάνι να φτιάξει
σε θύρα υποδοχής.

Τόσο βίαια χωρίσαν
ο καταρράκτης να γελά
σπαρακτικά, με λύσσα:

«Εσείς φταίτε που δοθήκατε
στο τυφλό, της λέξης Χάος».

Το κορίτσι σκίρτησε χαρούμενο
«Τώρα έσωσα μια αγάπη
στη χούφτα την κρατώ»!

Την ανηφόρα έτρεξε στο σπίτι
φριχτά λαχανιασμένο.

Το καλαθάκι πέταλα γεμάτο
κόκκινα – μαύρα, στοιβαγμένα
κάτω απ’ το μαξιλάρι βάνει μερικά
σαν νυχτολούλουδα ν’ ανθίσουν.

Ο καταρράκτης συνεχίζει να γελά
απ’ τα σπλάχνα βγήκε αχλή
άλλη μια ύπαρξη πλανεύτηκε
την φύση, άθελά της, προσκυνώντας.











Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΦΡΕΣΚΟ ΧΩΜΑ

ΟΞΥΓΟΝΟ

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΜΠΟΥΓΑΤΣΑΣ